Δωµάτια της ζωής και της αφήγησης, δωµάτια της µνήµης και της λήθης, δωµάτια µε πρόσωπα, πράγµατα, χρόνους και σκηνικά του εαυτού και της Ιστορίας, δωµάτια που µετεωρίζονται ανάµεσα στην αυτοβιογραφία και στην αυτοµυθοπλασία...
Έχετε δει ποτέ βιβλίο να κρύβεται πίσω από άλλα βιβλία σε βιβλιοθήκες; Να τρυπώνει ανάμεσα σε πουλόβερ, σε κάλτσες και σκουφιά; Να μπαίνει μέσα σε φούρνο, με κίνδυνο να ψηθεί σαν μπιφτέκι ή σε ψυγείο, με κίνδυνο να παγώσει σαν παγωτό; Να χώνεται πίσω από γλάστρες, καναπέδες και ντουλάπες; Να γλιστράει σε χαραμάδες, να πέφτει μόνο του μέσα στη σακούλα των σκουπιδιών; Αυτά κι άλλα απίθανα πράγματα σκαρφίζονται τα ντροπαλά βιβλία για να μην τα καταπιεί η ντροπή τους ― μεγάλη, τόσο μεγάλη όσο ένας εξαφανισμένος δεινόσαυρος...
Ογδόντα επτά ιστορίες ανάµεσα στο αµήν και το αµήν· ιστορίες που έλκονται από το µη περαιτέρω και το γένοιτο/έτσι ας γίνει (αµέν – εβραϊστί: אמן)· κείµενα που ταλαντεύονται ανάµεσα σε ηµερολόγιο, αφορισµό και όνειρο...
Ένας άσπρος γάτος, ένα μπλε ποδήλατο, μια ξύλινη καρέκλα, ένα ασημένιο ρομπότ, ένας δάσκαλος του τζούντο, μια καθηγήτρια του πιάνου, ο Μιχάλης, η Δώρα, ένας άστεγος, η Μέλι, μια ξεναγός κι ένας καφέ αρκούδος απαντάνε στην ερώτηση: «Πού πάνε τα όνειρα όταν ξυπνάμε;»...
Σηµειώσεις ενός παράδοξου µελετητή του Ευριπίδη; Ένας Δραµατοθεραπευτής αναλαµβάνει ν’ ανακουφίσει τους ήρωες στις Βάκχες; Τραγούδια για την Ήπειρο (αδελφή του Πενθέα); Οντισιόν για έναν ρόλο που δεν υπάρχει; Στη νουβέλα Caput mortuum [1392], µε τον υπότιτλο Φάρσα αφανισµού, ο Μισέλ Φάις, µε αφορµή τις Βάκχες του Ευριπίδη, µιλάει για τη σαγήνη της βίας, την οικογενειακή αποσύνθεση, την πολιτική αποχαλίνωση, τη σεξουαλική ρευστότητα, τη µεταφυσική κατάπτωση, αλλά και τη µετέπειτα αισθητική και ιδεολογική εργαλειοποίησή τους στη συνείδηση του αναγνώστη και του θεατή ενός τόσο οριακού και αµφίσηµου κειµένου...