Η Έλσα μεγάλωσε στη Δραπετσώνα των ’80s και ’90s, ανάμεσα σε διαλυμένες οικογένειες, μικρές αποδράσεις με τον ηλεκτρικό, κεφτεδάκια της μαμάς και όνειρα μεγαλύτερα από τη θέα του λιμανιού...
Ορμώμενη η συγγραφέας από τη θεωρία που απ’ την αρχαιότητα καταγινόταν με την ονοματολογία και ισχυρίζεται πως το όνομα ασκεί τρομερή επίδραση στον χαρακτήρα του ανθρώπου, συναντά την ηρωίδα της στην παιδική της αθωότητα και τη συνοδεύει μέχρι την ώριμη ηλικία...
Σε έναν κόσμο που συχνά φαίνεται χαοτικός και γεμάτος αβεβαιότητα, η σοφία του Επίκτητου, ενός από τους τρεις κορυφαίους στωικούς φιλοσόφους με τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Σενέκα, ξεχωρίζει σαν μια ακτίδα ελπίδας κι απαντοχής...
Με φόντο την προπολεμική και μεταπολεμική Ελλάδα, η Βούλα Αργυροπούλου ξετυλίγει μέσα από τη φωνή της Σοφίας –μιας δυναμικής, παραδοσιακής και ταυτόχρονα πρωτοποριακής γυναίκας από τη Μεσσηνία– την πορεία από τον αυστηρό κόσμο των προξενιών και της προίκας, μέχρι την ωρίμανση, τον πόλεμο, τον έρωτα και την αναζήτηση προσωπικής ταυτότητας...
Η Νίκη έχασε τη μαμά της στις αρχές του χρόνου· ωστόσο είναι αποφασισμένη να αναστήσει μέσα της την ελπίδα ανακαινίζοντας ριζικά έναν ορεινό ξενώνα που της άφησε εκείνη σε ένα πολυτελές θέρετρο διακοπών...
“Το μαύρο, το κόκκινο και η ώχρα
είναι τα βασικά χρώματα στους πιο σκοτεινούς πίνακες
που ζωγράφισε ποτέ ανθρώπινο χέρι:
Τους Μαύρους Πίνακες…”
Ένας ζωγράφος: ο Φρανσίσκο Γκόγια...
Η Εύα φεύγει από τη Νέα Υόρκη και αποφασίζει να κάνει ένα σύντομο ταξίδι στην Αφρική, προκειμένου να περάσει λίγο χρόνο με τον φίλο της, τον Μάριο, που εργάζεται ως γιατρός στην Τανζανία, και να χαλαρώσει σ’ ένα τουριστικό θέρετρο στη Ζανζιβάρη...