Ο Μικρός Έγιολφ, που ο Ίψεν ολοκλήρωσε το 1894 –αφού εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χριστιανία, το σημερινό Όσλο–, πραγματεύεται το θέμα της ενοχής, τον σπαραγμό που βιώνει ένα ζευγάρι με τον απροσδόκητο θάνατο του παιδιού τους...
Στην καρδιά της νορβηγικής φύσης, ανάμεσα σε βουνά, τρολ και σε ξεχασμένα χωριά, ένας νέος ο Πέερ Γκύντ ξεκινά το ταξίδι της ζωής – κυνηγώντας όνειρα, πλάθοντας φαντασιώσεις, τρέχοντας μακριά από κάθε τι αληθινό...
Το έργο είναι αρκετά αυτοβιογραφικό, μιας και ο Ίψεν όντως ανησυχούσε για την αρπαγή του θρόνου του από νεότερους -ιδιαίτερα τον Στρίντμπεργκ- έπασχε από υψοφοβία, και συχνά θελγόταν από τη γοητεία νεαρών κυριών και δεσποινίδων...
«Μία μέρα πρόσφερε τη ζωή, μια άλλη χάριζε τον θάνατο», αναφέρεται σε κάποια από τις γραμμές που υφαίνουν αυτήν την ιστορία και κάτι τέτοιο μοιάζει με ανατροπή μόνο υπό το σκιόφως της λήθης της εξατομίκευσης της ζωής, όχι δε, στο φως του κάθε προσωπικού βίου ως κάτι το πανανθρώπινο, εκεί που υπάρχει συντονισμός με τη συχνότητα μιας σκληρής ή εύκολης, πάντως ατομικής, καθημερινότητας και όχι στα κύματα της Κοινωνίας, όπου η θυσία σε ξανοίγει στην υφήλιο...