Σαν τσακισμένο δέντρο στην κόψη του γκρεμού, σε στείρα γη, χωρίς ρίζες να τον κρατούν· αισθάνεται ο Άλκης, όταν ξαφνικά βρίσκεται μακριά από την οικογένειά του και η ζωή τον καλεί να κινητοποιηθεί και να πάρει δύσκολες αποφάσεις...
Όταν η αγάπη πεθαίνει, γίνεται φάντασμα, και στοιχειώνει τις καρδιές μας, για πάντα… Έτσι και η καρδιά της Κάτιας, μιας νεαρής κοπέλας, γόνου μιας εύπορης οικογένειας της Χαλκίδας του 1910, στοιχειώθηκε, και από εκεί και έπειτα μια αλυσίδα γεγονότων ξεκίνησε… Από την οικογένεια δεν έμεινε κανείς παρά μόνο το αρχοντικό, ή έτσι νόμιζαν…
Ένα συνηθισμένο χωριό της βόρειας Ελλάδας, που αναπαύεται στο μέσο μιας αποκοιμισμένης κοιλάδας υπό τους νανουριστικούς ήχους ενός βαριεστημένου ποταμού που τον ξυπνάει μονάχα το σφύριγμα του τρένου, οι συνηθισμένοι άνθρωποι που το κατοικούν με τις φαγωμάρες και τα φιλιώματά τους, ένα υδροθεραπευτήριο που φιλοξενεί τους συνηθισμένους ασθενείς της τρίτης ηλικίας, έρχονται να αναστατωθούν από έναν ασυνήθιστο δήμαρχο...
Το μάτι της βελόνας είναι μια συλλογή από ιστορίες που αναφέρεται σε περιστατικά της ζωής καθημερινών ανθρώπων, τα οποία είναι αρκετά μικρά ώστε να χωρούν στο «μάτι της βελόνας» δεν είναι όμως διόλου ασήμαντα...
Μέσα μου νιώθω ένα άγριο κενό
Έχω βδομάδες μήνες χρόνια να ηρεμήσω, αν υπήρξα ήρεμη ποτέ
Λύγισέ με κυριάρχησέ με εξαπάτησέ με, μόνο μη σωπαίνεις
Δάκρυα κόκαλα σάλιο, ιστοί ούρα σπέρμα, αυτά υπάρχουν μέσα μου
Η ζωή μου δεν διαφέρει από τη ζωή άλλων ανθρώπων
Κι ό,τι απομένει είναι πάντα απαλό
***
Δεκατρείς ιστορίες για την υφή, το βάρος και το μέγεθος αυτού που απομένει όταν οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν μετεωρίζονται στο κενό...