Ο Θάνος Κτενάς, στοιχειωμένος από τον άδικο χαμό του αδερφού του, ψάχνει απεγνωσμένα μια διέξοδο, ώσπου πέφτει πάνω σε μια αινιγματική αγγελία: «Αγοράζουμε τα όνειρά σου!»...
Κάποιος του οποίου το όνειρο δεν διαφέρει από την πραγματικότητα, κάποια που όσο περπατά χάνει τον δρόμο της επιστροφής, σπίτια που εξαφανίζονται κι άλλα που βρίσκονται στη θέση τους, γονείς που μοιάζει να μην γερνάνε ποτέ πλάι σε παιδιά που δεν μεγαλώνουν ποτέ, περιηγήσεις σε πόλεις στις οποίες ο ορθολογισμός βασιλεύει όσο το φυσικό περιβάλλον τελεί υπό εξαφάνιση...
Δύο νέοι, η Καλλιρρόη και ο Μάξιμος, μεγαλωμένοι σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, γνωρίζουν τον απόλυτο και φλογερό έρωτα, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα μιας ιδιαίτερα αυστηρής και κλειστής κοινωνίας...
Ο Δουατζής με τη συνύπαρξη των αντιθέτων, τους συνεχείς μετασχηματισμούς των ηρώων, την εναλλαγή των οπτικών γωνιών, τη χρήση της τυχαιότητας και το συνεχές πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν, δημιουργεί ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, όπου οι ήρωες μετατρέπονται σε σύμβολα της καθημερινής εμπειρίας και της υψηλής τέχνης...
Η Αλεξάνδρα, συνταξιούχος λυκειάρχης, που ζει αποµονωµένη σ’ ένα χωριό της Κρήτης, ετοιµάζει µε όλη της τη φροντίδα το κυριακάτικο γεύµα: θα την επισκεφθούν για φαγητό τα δυο παιδιά της, ο Θανάσης και η Σοφία...
Ο τόπος είναι η Σμύρνη, όπως υπήρξε κάποτε, με τις συνοικίες, τους δρόμους, τα σχολεία, τις εκκλησίες και την προκυμαία της, αλλά την ίδια στιγμή μια πόλη φασματική, εσωτερική και άυλη, όπως έχει εγγραφεί στο μυαλό και στην καρδιά των ηρώων...