Θέματα, όπως η μελαγχολία για την πολιτική, ο έρωτας σε μεγαλύτερη ηλικία, οι ρυτίδες που ζωγραφίστηκαν από τα επαναλαμβανόμενα χαμόγελα, το χάδι της ακροθαλασσιάς, ένας λογαριασμός της ΔΕΗ που χρησιμεύει για σελιδοδείκτης, και άλλα συναφή, θέματα που απασχολούν τους σύγχρονους ανθρώπους, δημιουργούν το τοπίο της Μαρίας Κακογιάννη, που μοιάζει μεθυσμένο και που η γλώσσα του φαίνεται να σκοντάφτει, καθώς οι προτάσεις προσπαθούν να βρουν ρυθμό...
Στην οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1885, ένα άνοστο αστείο, λίγα βλέμματα και κάποια παλιά μυστικά στέκονται αρκετά για να ξεκινήσει μια ερωτική σχέση ανάμεσα σ’ έναν αφελή και ονειροπόλο άνδρα και μια δυναμική γυναίκα...
Και τότε σφαλούσε τα μάτια του και παραδινότανε σε φαντασίες, πως είτανε τάχα οι δυο τους με την Πολυξένη σε κήπους λουλουδένιους, και τον έπαιρνε κείνη στην αγκαλιά της και τονε κουβαλούσε μέσα-μέσα από τα λουλούδια, και τον έσφιγγε –κι άνοιγε μια τα μάτια του και την έβλεπε κοιμισμένη, και δυνάμωνε την αισθητική του με την όψη της, και πάλε τά ’κλεινε τα μάτια του, για να συνεχίσει τις φαντασίες του, πως πλάγιαζαν κοντά-κοντά, έτσι καληώρα που είτανε και τώρα πλαγιασμένοι...
Σαν άραξε η βάρκα του εκεί κάτω, βγαίνει όξω και τραβάει ίσια κατά τ’ αμπέλι του Γληγόρη του Φυσέκη, πηδάει από τον τοίχο, γεμίζει την ποδιά του σταφύλια, και γυρίζει πίσω, σα να μην είταν εκείνος...