H Κλέλια, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Γαλάτσι, με γονείς δασκάλους και μια εφηβεία με επιβεβλημένη την... σκεφτοαπαγόρευση, ήταν να ζήσει μια ζωή συνηθισμένη.
Τέσσερις γυναίκες, τέσσερις γενιές στο πέρασμα ενός αιώνα. Η Έλλη, που καταφθάνει πρόσφυγας από τη Σμύρνη στην Ελευσίνα, παντρεμένη με βέρες δανεικές και την ιστορία της να γίνεται παραμύθι· η Δάφνη, η ωραιοτέρα όλων,
Θα συνεχίσω να ψάχνω γύρω μου. Σίγουρα θα βρω τον αντιπρόσωπο του κοινού αληθινά νου. Κι αν όχι, δε χάθηκε ο κόσμος, πάντα υπάρχουν αφορμές για όνειρα, για σκέψεις, για υπέροχα ταξίδια και διαδρομές, χιλιάδες διαδρομές στην ψυχή μας, στο μυαλό μας.
"Η τάξη μου ξαναγίνεται η οικογένειά μου. Έχω σχεδόν συμβιβαστεί με την ιδέα ότι έτσι θα πορευτώ στη ζωή, δύσκολα θα επουλωθούν τα τραύματα τόσων απωλειών.
Την είδα. Ναι, με Ταφ κεφαλαίο. Ψηλή, αγέρωχη με το βάδισμά της το αέρινο, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και πετούσε, περνούσε δίπλα μου, δυο βήματα μακριά μου, ένα μέτρο.
Κάποιος παίζει μουσική στην πεντατονική. Εκείνη από κάτω λαθρακούει, ασυναίσθητα ερωτεύεται. Ο επίδοξος τρομοκράτης παραμονεύει να υποκλέψει ένα στοιχείο που θα τον κάνει να χαρεί. Την ίδια ώρα ένας επώνυμος του τόπου κομπάζει ότι όλα μπορεί να τα ελέγξει.
Η δεκαοχτάχρονη Μαρία φεύγει για να παρακολουθήσει μαθήματα γαλλικών στην πανεπιστημιούπολη της Γκρενόμπλ, ακριβώς έναν χρόνο μετά την τουρική εισβολή στην Κύπρο, ώστε να προετοιμαστεί για τις σπουδές της τρεις μήνες αργότερα.
Η Ελευθερία δεν είχε ποτέ δικό της ζώο μέχρι τότε. Στο πατρικό της είχαν καναρίνια, αλλά αυτά δεν πιάνονται. Αυτά γρήγορα γίνονται ένα με το ντεκόρ. Η Ελευθερία τα λυπόταν.
Ταξιδεύοντας σε ήσυχα νερά, ξαφνικά αρχίζει μπόρα, η θάλασσα αναστατώνεται, το πλοίο χάνει την πορεία του... Η θάλασσα κάποτε ημερεύει, αλλά το πλοίο ταξιδεύει αλλού, σε άλλες χώρες, άγνωστες.