Ήρθε στην Αθήνα το χειμώνα του 1964· ένα πλάσμα πρωτόγονο, μισοάγριο, ο κόσμος, έλεγες, είχε πάρει γι αυτήν ανάποδες στροφές, είχε γυρίσει πίσω, στα παμπάλαια, προαιώνια χρόνια, όταν οι άνθρωποι ζούσαν στα δέντρα, κι όταν κατέβαιναν ν αναζητήσουν την τροφή τους,
αντιστυλώνονταν στα πόδια κι έβγαζαν τα νύχια, έτοιμοι να παλέψουν για να προστατέψουν τη ζωή τους....
Ένας κάστορας απ τα ανατολικά, πρόσφυγας από τα μέρη που οι πολιτείες απλώνονται γρήγορα, έπαιζε κάθε μέρα μέσα κι έξω απ τα ρηχά νερά της λίμνης την τυφλόμυγα....
Αφού καθετί δικό της του φαινόταν σχεδόν ιερό και της συγχωρούσε τα πάντα, ενώ δεν ήταν σε θέση να ξέρει τίποτε παραπάνω απ το κορμί της κι ελάχιστα απ το μηχανορραφείο των ματιών της, που μηχανεύονταν τα πάντα, ενώ τον εμπόδιζαν να μπει στην ψυχή της, μ αποτέλεσμα ένα σωρό εφιάλτες και παράλογα όνειρα, όπως ότι βρίσκεται, τάχα, σ ένα νησί τ ουρανού και ταυτόχρονα αναρωτιέται πώς γίνεται να υπάρχει ένα τέτοιο νησί, ότι γυρεύει εκεί τη Φέη, που τη βρίσκει ξαπλωμένη στο δάσος....
Γιατί η Άννα Δαλασσηνή, αυτή η ασκητική, καλογερίστικη μορφή, κι όχι μια άλλη; Γιατί δεν επιλέγαμε να παρουσιάσουμε μια περισσότερο ρομαντική κι ελκυστική μορφή; Γιατί όχι μια πριγκήπισσα από το πάνθεον των βυζαντινών πριγκηπισσών που περιβάλλονται με το μανδύα του μύθου και του θρύλου και προσφέρουν περισσότερα μυθοπλαστικά στοιχεία για τη δημιουργία ενός γνήσιου ιστορικού μυθιστορήματος;
Αυτό που κρατάτε στα χέρια σας είναι περισσότερο ιστορία παρά μυθιστόρημα....