"Η τάξη μου ξαναγίνεται η οικογένειά μου. Έχω σχεδόν συμβιβαστεί με την ιδέα ότι έτσι θα πορευτώ στη ζωή, δύσκολα θα επουλωθούν τα τραύματα τόσων απωλειών.
Την είδα. Ναι, με Ταφ κεφαλαίο. Ψηλή, αγέρωχη με το βάδισμά της το αέρινο, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και πετούσε, περνούσε δίπλα μου, δυο βήματα μακριά μου, ένα μέτρο.
Κάποιος παίζει μουσική στην πεντατονική. Εκείνη από κάτω λαθρακούει, ασυναίσθητα ερωτεύεται. Ο επίδοξος τρομοκράτης παραμονεύει να υποκλέψει ένα στοιχείο που θα τον κάνει να χαρεί. Την ίδια ώρα ένας επώνυμος του τόπου κομπάζει ότι όλα μπορεί να τα ελέγξει.
Η Ελευθερία δεν είχε ποτέ δικό της ζώο μέχρι τότε. Στο πατρικό της είχαν καναρίνια, αλλά αυτά δεν πιάνονται. Αυτά γρήγορα γίνονται ένα με το ντεκόρ. Η Ελευθερία τα λυπόταν.
Η δεκαοχτάχρονη Μαρία φεύγει για να παρακολουθήσει μαθήματα γαλλικών στην πανεπιστημιούπολη της Γκρενόμπλ, ακριβώς έναν χρόνο μετά την τουρική εισβολή στην Κύπρο, ώστε να προετοιμαστεί για τις σπουδές της τρεις μήνες αργότερα.
Ταξιδεύοντας σε ήσυχα νερά, ξαφνικά αρχίζει μπόρα, η θάλασσα αναστατώνεται, το πλοίο χάνει την πορεία του... Η θάλασσα κάποτε ημερεύει, αλλά το πλοίο ταξιδεύει αλλού, σε άλλες χώρες, άγνωστες.
Ένα εξάχρονο αγόρι θαυμάζει τον φίλο του πατέρα του, τον Υποσμηναγό Λευτέρη. Ο αεροπόρος είναι τόσο τρελός που, όταν του τελειώνουν οι βόμβες, "βουτάει" στα ιταλικά χαρακώματα και ρίχνει γκαζοτενεκέδες με πέτρες -να τρομάξει τους Ιταλούς.
Στην ανάστατη Αλβανία, μετά την πτώση του Αλία, όλοι οι κάτοικοί της αγωνιούν για την τύχη τους.
Ο γερο-Γούναρης με την ασκητική φιγούρα του, που μια ζωή κυνηγάει το άπιαστο όνειρό του.
Μια κατάσταση που να μπορούμε να πηγαίνουμε σχολείο μας χωρίς φόβο για δυσάρεστα απρόοπτα στο δρόμο μας, να κοιμόμαστε το βράδυ ήσυχα χωρίς να βάζουμε σκούρα χαρτιά στα παράθυρά μας,
Σε έναν κόσμο που δεν είναι και τόσο "κόσμιος" όπως νόμιζε κάποτε η Θάλεια, ζει, παλεύει και αγωνιά όπως όλοι. Την εντονότερη παρουσία εδώ έχουν άτομα προικισμένα με καλλιτεχνικές τάσεις που διοχετεύουν το ταλέντο τους στα έργα τους πασχίζοντας να διαπρέψουν.
Η Έρικα κατάλαβε ότι ο Τζον τα ήξερε όλα. Είχε μιλήσει για τον τοκετό, την υιοθεσία... Τώρα είναι ψυχικό και σωματικό ράκος. Έγειρε στον καναπέ. Άρχισε να χάνει τις αισθήσεις της.
Στη "μυθο-ιστορία" μου αυτή αφηγούμαι τη ζωή, συνήθως σατανική και έκφυλη, των "απογόνων" της πάπισσας Ιωάννας. Από αυτούς, άλλοι είναι εντελώς πλάσματα της φαντασίας μου, άλλοι ιστορικά πρόσωπα,