Mία απλωμένη μπουγάδα σε μία πόλη, σε μία ταράτσα…
Μία μπουγάδα εκτεθειμένη στην ξαφνική βροχή, στον άνεμο και στην κοινή μοναξιά ενός κόσμου που ξεχνά να αγαπήσει και να αγαπηθεί...
Η Λίζι, μια υπάλληλος στα διόδια ανάμεσα στο Ρόξμπερυ και το Ντέιν περνά την ημέρα των Χριστουγέννων κάνοντας το ωράριο της όπως όλες τα άλλες μέρες αφήνοντας το μυαλό της να παρασυρθεί από το πνεύμα της ημέρας...
Σχεδόν μισή χιλιετία μετά από έναν τρομερό πόλεμο που κατέστρεψε τον πολιτισμό, στην παραθαλάσσια κοινότητα της Νέας Αρκ, οι κάτοικοί της που πιστεύουν ότι αποτελούν το τελευταίο προπύργιο του πολιτισμού, ζουν ακόμα στην σκιά του μεγάλου λοιμού, ενός βιολογικού όπλου που αποδεκάτισε τους προγόνους τους, στο τέλος της Έκτης Χρυσής Εποχής...
Θα εφορμούσα ο ίδιος, με όλες μου τις δυνάμεις, με όλους μου τους παλιάτσους και τους ακροβάτες, με όλους μου τους κλόουν και τα άγρια θηρία, με όλες τις ημίγυμνες χορεύτριες και τους μουσικούς, τους σχοινοβάτες και τους ζογκλέρ,
1967. Μέρες απατηλής δόξας, με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα να μεσουρανούν. Στην Αλβανία, τελειόφοιτοι μαθητές γυμνασίου ζουν μια καθημερινότητα ασφυκτική και υποχρεωτικά ηρωική, με το Κόμμα πανταχού παρόν και το μέλλον προδιαγεγραμμένο.
Είναι στιγμές που με κάνουν να κοιτάζω πίσω και νοσταλγώ. Ένα ποτάμι που φιδοσέρνεται στον κάμπο με το λιγοστό νερό. Εκεί ροβολούν τα άλογα να ξεδιψάσουν. Πλατάνια με τζιτζίκια, χαλικαριές γεμάτες αγριορίγανη, ξερό κοκκινόχωμα ανάμεσα σε κοφτερές πέτρες, και κυρίως άνθρωποι που περιπλανιούνται στα διψασμένα βουνά, εκεί ψηλά που φυτρώνει ο αμάραντος.